Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

~ The Raven ~


Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore--
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
"'Tis some visiter," I muttered, "tapping at my chamber door--
Only this and nothing more."

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow;--vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow--sorrow for the lost Lenore--
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore--
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me--filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
"'Tis some visiter entreating entrance at my chamber door--
Some late visiter entreating entrance at my chamber door;
This it is and nothing more."

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
"Sir," said I, "or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you"--here I opened wide the door--
Darkness there and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortals ever dared to dream before;

But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, "Lenore?"
This I whispered, and an echo murmured back the word, "Lenore!"--
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my sour within me burning,
Soon again I heard a tapping something louder than before.
"Surely," said I, "surely that is something at my window lattice;
Let me see, then, what thereat is and this mystery explore--
Let my heart be still a moment and this mystery explore;--
'Tis the wind and nothing more.

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately Raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he,
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door--
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door--
Perched, and sat, and nothing more.

Then the ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
"Though thy crest be shorn and shaven, thou," I said, "art sure no craven,
Ghastly grim and ancient Raven wandering from the Nightly shore--
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning--little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door--
Bird or beast upon the sculptured bust above his chamber door,
With such name as "Nevermore."

But the Raven, sitting lonely on that placid bust, spoke only
That one word, as if its soul in that one word he did outpour
Nothing farther then he uttered; not a feather then he fluttered--
Till I scarcely more than muttered: "Other friends have flown before--
On the morrow he will leave me, as my Hopes have flown before."
Then the bird said "Nevermore."

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
"Doubtless," said I, "what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful Disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore--
Till the dirges of his Hope that melancholy burden bore
Of 'Never--nevermore.'"

But the Raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore--
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking "Nevermore."

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
"Wretch," I cried, "thy God hath lent thee--by these angels he hath sent thee
Respite--respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe and forget this lost Lenore!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

"Prophet!" said I, "thing of evil!--prophet still, if bird or devil!--
Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate, yet all undaunted, on this desert land enchanted--
On this home by Horror haunted--tell me truly, I implore--
Is there--is there balm in Gilead?--tell me--tell me, I implore!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

"Prophet!" said I, "thing of evil!--prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us--by that God we both adore--
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore--
Clasp a rare and radiant maiden whom the angels name Lenore."
Quoth the Raven, "Nevermore."

"Be that word our sign of parting, bird or fiend!" I shrieked, upstarting--
"Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul has spoken!
Leave my loneliness unbroken!--quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadows on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted--nevermore!

~ Edgar Allan Poe ~


Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Της στιγμής...



Και γιατί πρέπει κάθε φορά να απολογούμαι για τις επιλογές που κάνω?? Γιατί πρέπει να εξηγώ σε όλους γιατί το έκανα?? Και γιατί πρέπει να είναι ευχαριστημένοι οι άλλοι για να είναι σωστό αυτό που έκανα?? Το ότι εγώ είμαι χαρούμενη δεν μετράει? Ρώτησε κανείς τι θέλω εγώ? Ρώτησε κανείς πόσοι άνθρωποι μετάνιωσαν που δεν έκαναν ό,τι ήθελαν, όταν ήταν πια αργά? Κι αν κάνω λάθος, θα είναι δικό μου.. Και θα το αγαπώ.. Γιατί κουράστηκα πολύ για να το κάνω.. Κι αν μη τι άλλο, έχω εμπιστοσύνη στην κρίση μου.. Κι ας μην της αξίζει..Αξίζει σε μένα.. Και στη ζωή που θέλω να ζήσω..Κανείς δεν έγινε ευτυχισμένος επειδή έκανε ασφαλείς επιλογές. Πληγώνεσαι περισσότερο από το ίδιο το λάθος, ή από το ότι δεν έκανες αυτό που πραγματικά σου φώναζε η καρδιά σου? Να κάνεις αυτό που θέλεις και να είσαι περήφανος, όχι γι' αυτό που έκανες, αλλά επειδή τόλμησες να το κάνεις. Δεν με νοιάζει αν απογοητεύσω τους άλλους. Και οι άλλοι συχνά απογοητεύουν εμένα.. Με νοιάζει πολύ όμως να μην απογοητεύσω τον εαυτό μου... Γιατί?? Γιατί είμαι η μόνη που έχω έστω και μία πιθανότητα να με καταλάβω κάποτε. Γιατί όταν πέφτω για ύπνο, μόνη μου βασανίζω το μυαλό μου με σκέψεις που τους άλλους τους κουράζουν.. Γιατί υπάρχουν πράγματα που τα συζητάω μόνο με εμένα.. Γιατί στην τελική, ό,τι και να γίνει, όσα λάθη κι αν κάνω, όσο χαμηλά κι αν πέσω, όσο χάλια κι αν καταντήσω, ΕΓΩ δεν θα με εγκαταλείψω ποτέ.. Και το αντίτιμο γι' αυτό, είναι να προσπαθώ να με κάνω ευτυχισμένη. Πρώτα όπως θέλω εγώ, και μετά όπως θέλουν οι άλλοι.. Και για το τελευταίο δεν είμαι και σίγουρη..

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

..ποια θα μπορούσε ν'αγαπήσει ένα Τέρας;..


Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μακρινή χώρα, ζούσε ένας πρίγκιπας σ'ένα αστραφτερό κάστρο.
Αν και είχε ό,τι ποθούσε η καρδιά του, ο πρίγκιπας ήταν εγωιστής, κακομαθημένος, σκληρόκαρδος.
Μια χειμωνιάτικη νύχτα, μια γριά ζητιάνα ήρθε στο κάστρο.
Του έδωσε ένα ρόδο για να την αφήσει να φυλαχτεί απ'το κρύο.
Αηδιασμένος από τη σιχαμερή της μορφή, ο πρίγκιπας περιφρόνησε το δώρο κι έδιωξε τη γριά. Εκείνη τον προειδοποίησε να μη τον ξεγελά η εμφάνιση..

..επειδή η αληθινή ομορφιά βρίσκεται μέσα μας.

Κι όταν την έδιωξε ξανά, η ασχήμια της γριάς χάθηκε και αποκαλύφθηκε μια πανέμορφη μάγισσα.
Ο πρίγκηπας ζήτησε συγγνώμη, αλλά ήταν πολύ αργά γιατί η μάγισσα είχε δει ότι δεν υπήρχε αγάπη στην καρδιά του.
Για τιμωρία, τον μεταμόρφωσε σ'ένα φρικιαστικό τέρας και καταράστηκε το κάστρο και όσους ζούσαν εκεί.
Ντροπιασμένο το Τέρας, κρύφτηκε στο κάστρο, με μοναδικό του παράθυρο στον κόσμο, ένα μαγικό καθρέφτη.
Το ρόδο που του είχε προσφέρει ήταν ένα μαγεμένο ρόδο που θα άνθιζε μέχρι τα 21 του χρόνια.
Αν αγαπούσε κάποια και κέρδιζε την αγάπη της πριν πέσει το τελευταίο πέταλο, η κατάρα θα λυνόταν.
Διαφορετικά, θα έμενε τέρας για πάντα.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια.. έχασε κάθε ελπίδα.

Επειδή, ποια θα μπορούσε ν'αγαπήσει ένα Τέρας..;


..to be continued..

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Αν ήμουν αλλιώς.. θα ΜΕ αγαπούσα;;



Τώρα τελευταία σκεφτόμουν ποια είναι η πιο άκυρη ερώτηση που έχω ακούσει.
Πίστευα ότι θα ‘ναι εύκολη η απάντηση, but through the process I have come to realize ότι τελικά έχω ακούσει περισσότερες απ’ ότι νόμιζα. : >
ΘΕΕ ΜΟΥ! ΜΕ ΤΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΕΦΟΜΑΙ??!
Ναι, αλλά ξεφεύγεις απ’ το θέμα Feliz.. Εντάξει. Επανέρχομαι.

«Αν ήμουν αλλιώς, θα μ’ αγαπούσες;;»

Αλλιώς όπως..

..ψηλόοοοος, λιγνόοοοος, κοντόοοοος, χοντρόοοοοος, με μαλλιά, χωρίς μαλλιά, όμορφος, άσχημος, σπουδαγμέεεεεενος, εξασφαλισμέεεεεενος, έεεεεεξυπνος.. ρομποοοοοοτ. : >

Jesus, είναι τόσο ΑΚΥΡΗ ερώτηση, που δεν μπορώ να το περιγράψω με λόγια.
And let me guess. Οι περισσότεροι, θα ‘θελαν να ακούσουν την απάντηση ΝΑΙ.

ΝΑΙ γιατί..

..δε γνωρίζω ποιος πραγματικά είσαι, οπότε δε θα καταλάβαινα και κάποια διαφορά αν άλλαζες.

..δε μ’ ενδιαφέρει ποιος πραγματικά είσαι, απλά να ‘σαι δίπλα μου, να μη νιώθω μόνος.

Λες, ε;; Μμμμμπα. Δύσκολα!
Όλα μου τα μέρη αποτελούν το σύνολο μου. Όλα μου τα χαρίσματα και οι ανασφάλειες αποτελούν την προσωπικότητα μου!! And God! I love me!!
Ξέρεις πόσο κόπο χρειάστηκε για ν’ αποκτήσω τις ατέλειες μου;;
Πόσο αγώνα για να τις αναγνωρίσω;;
Πόση προσπάθεια για να τις αποδεχτώ και να τις αγαπήσω;;
Και ζητώ από μόνη μου, με μια ερώτηση προς εσένα να τα διαγράψω όλα;;
Ν’ αλλάξω τις εμπειρίες μου και τον χαρακτήρα μου για ένα ΝΑΙ;;
Ένα ΝΑΙ το οποίο μόνο να μ' ακυρώσει ως άνθρωπο μπορεί και τίποτα παραπάνω;;

Όποιος σέβεται τον εαυτό του και θέλει ν’ αγαπηθεί πραγματικά θα ‘πρεπε να λαχταρά για ένα ΟΧΙ.

ΟΧΙ γιατί..

..σ’ αγαπώ ΑΚΡΙΒΩΣ όπως είσαι.

..αν άλλαζες έστω και ένα χιλιοστό από εσένα θα έχανα κι ένα κομμάτι δικό μου.

..ακριβώς όλες σου οι ατέλειες σε κάνουν τέλειο. Και ακριβώς οι ίδιες ατέλειες με κάνουν να θέλω να σε προστατέψω, να σε αγκαλιάσω, να σε βοηθήσω.

..οι ανόητες σου ανασφάλειες σε κάνουν γλυκό, σε κάνουν να έχεις κατανόηση, συμπόνια.

..όλα αυτά απ' τα οποία αποτελείσαι σε χαρακτηρίζουν, διαμορφώνουν την προσωπικότητά σου, δηλαδή το βασικό χαρακτηριστικό για το οποίο ταιριάξαμε.

..αλλιώς θα ήσουν άλλο ένα παιχνίδι από τα Jumbo. (361 ακόμη μέρες για τα Χριστούγεννα : >)

Η ερώτηση αυτή τελικά, δεν απευθύνεται προς τον άλλον, αλλά προς τον ίδιο μας τον εαυτό.

«Αν ήμουν αλλιώς.. θα ΜΕ αγαπούσα;;»

Αν η απάντησή σας είναι ΝΑΙ.. then, guys, you got yourselves a serious problem..

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Have a Shay day!



Σε ένα δείπνο, για φιλανθρωπικό σκοπό, ενός σχολείου για παιδιά με ειδικές ανάγκες, ο πατέρας ενός αυτιστικού παιδιού διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία που δεν θα την ξεχάσει κανείς απο όσους την άκουσαν εκείνη τη μέρα.

Μετά την τελετή, έκανε μια ερώτηση.
"Όταν η φύση δεν παρεμποδίζεται απο εξωτερικές επιρροές, όλα γίνονται τέλεια.
Ο γιος μου, ο Shay, δεν μπορεί να μάθει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Δεν μπορεί να καταλάβει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Πού είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων στο γιο μου;"

Όλοι στην αίθουσα αναρωτιόνταν σιωπηλά και γεμάτοι απορία.
Ο πατέρας συνέχισε.

"Όταν ένα παιδί σαν τον Shay που είναι πνευματικά ανάπηρο, έρχεται στη ζωή, η ευκαιρία να καταλάβεις την αληθινή ανθρώπινη φύση είναι το πώς οι υπόλοιποι άνθρωποι θα συμπεριφερθούν σ' αυτό το παιδί."
Και αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία..

Ο Shay κι εγώ, περάσαμε έξω απο ένα πάρκο, όπου κάποια αγόρια που γνώριζαν τον Shay, έπαιζαν μπέιζμπολ.
Ο Shay με ρώτησε, "μπαμπά, νομίζεις ότι θα μ' αφήσουν να παίξω μαζί τους;"
Εγώ ήξερα ότι τα περισσότερα αγόρια, δεν θα ήθελαν κάποιον σαν τον Shay στην ομάδα τους.
Μα ήξερα, και καταλάβαινα σαν πατέρας, ότι αν του δινόταν η ευκαιρία να παίξει, θα του έδινε πολύ μεγάλη χαρά και επίσης ένα αναγκαίο αίσθημα ένταξης, μαζί με κάποια εμπιστοσύνη που θα γινόταν αποδεκτός από τα άλλα παιδιά, παρά την αναπηρία του.
Πλησίασα λοιπόν ένα απο τα παιδιά, και το ρώτησα χωρίς βέβαια να περιμένω και πολλά, αν ο Shay θα μπορούσε να παίξει μαζί τους.
Το αγόρι κοίταξε γύρω του σαν να ζητούσε κάποια υποστήριξη, μα στο τέλος απάντησε, "χάνουμε έξι γύρους, και το παιχνίδι είναι στον όγδοο γύρο. Γιατί όχι, μπορεί να παίξει στην δική μας ομάδα, και θα προσπαθήσουμε να τον βάλουμε να παίξει στον επόμενο γύρο, να αποκρούσει τις βολές αν το θέλει.
Ο Shay πήγε με δυσκολία μέχρι τον πάγκο της ομάδας, για να φορέσει την μπλούζα της ομάδος. Τον παρακολουθούσα με μάτια δακρυσμένα και μια θέρμη στην καρδιά μου.
Τα αγόρια της ομάδας, είδαν την χαρά μου, που τον αποδέχτηκαν στην ομάδα τους.

Στο τέλος του όγδοου γύρου, η ομάδα του Shay νικούσε μερικούς πόντους, αλά ήταν ακόμη πίσω τρείς πόντους για να κερδίσουν τον γύρο.
Στην αρχή του ένατου γύρου, ο Shay έβαλε το γάντι και έπαιξε δεξιά στο γήπεδο.
Αν και οι μπαλιές δεν ήρθαν προς την κατεύθυνσή του, έδειχνε ενθουσιασμένος, δείχνοντας την χαρά του, και μόνο που βρισκόταν εκεί, χτυπώντας όλο χαρά τα χεράκια του.
Το χαμόγελό του ήταν απο το ένα αυτί στο άλλο, όταν με κοίταζε που τον χαιρετούσα απο την εξέδρα.

Προς το τέλος του ένατου γύρου, η ομάδα του Shay πήρε κι άλλους πόντους.
Με δύο παίκτες έξω, και τρείς έξω απο την βάση, οι πιθανότητες να κερδίσει γύρους, ήταν κοντά στην βάση, και ο Shay καθορίστηκε σαν ο επόμενος για να αποκρούσει τις βολές.

Σ' αυτό το κρίσιμο σημείο, αναρωτήθηκα αν θα αφήσουν τον Shay να δοκιμάσει να αποκρούσει, και να χάσουν τις πιθανότητες να κερδίσουν το παιχνίδι.
Για μεγάλη μου έκπληξη, ...τον άφησαν!

Όλοι γνωρίζανε ότι ήταν αδύνατον να χτυπήσει ο Shay την μπάλα, τη στιγμή που δεν ξέρει καν, πώς να κρατήσει κατάλληλα το ρόπαλο, πόσο μάλλον να στοχεύσει την μπάλα.
Εντούτοις, ο Shay πήρε θέση.
Ο αντίπαλος παίχτης, που πετάει την μπάλα, αναγνώρισε ότι η ομάδα του Shay έβαλε την νίκη του παιχνιδιού σε δεύτερη μοίρα, για να δώσουν την ευκαιρία στο παιδί αυτό, να χαρεί αυτήν τη στιγμή, γι αυτό και ήρθε πιο κοντά, προσπαθώντας να τον βοηθήσει να τα καταφέρει ρίχνοντας την μπάλα απαλά στον Shay.

Στην πρώτη προσπάθεια, ο Shay κούνησε αδέξια το ρόπαλο και αστόχησε.
Ο αντίπαλος παίκτης, ήρθε ακόμη πιο κοντά του λίγα βήματα, για να του πετάξει ακόμη πιο απαλά την μπάλα. Ο Shay κούνησε πάλι αδέξια το ρόπαλο, μα αυτή τη φορά βρήκε τυχαία την μπάλα, στέλνοντάς την πολύ κοντά, και μάλιστα σε έναν αντίπαλο.

Το παιχνίδι τώρα, κανονικά θα είχε τελειώσει.
Ο αντίπαλος όμως, σήκωσε την μπάλα, και, ενώ θα μπορούσε να την πετάξει στην πρώτη βάση, βγάζοντας τον Shay έξω απο το παιχνίδι, πέταξε επίτηδες την μπάλα πολύ ψηλά, πάνω απο το κεφάλι του συμπαίκτη του, και μακρυά κι απο τους άλλους συμπαίκτες του.

Όλοι στις εξέδρες, και απο τις δύο ομάδες, άρχισαν να φωνάζουν, "Shay τρέξε στην πρώτη βάση, τρέξε, τρέξε..."
Ποτέ στη ζωή του ο Shay δεν έτρεξε τόσο μακρυά, μα έφτασε στην πρώτη βάση γεμάτος ενθουσιασμό και με ορθάνοιχτα απο χαρά μάτια, κοιτώντας γύρω του απορημένα και σαστισμένα, να καταλάβει τι άλλο πρέπει τώρα να κάνει...

Η εξέδρα συνέχισε τότε, "Shay, τρέξε στη δεύτερη βάση, Shay τρέξε..τρέξε.."
Με την ανάσα κομμένη και άτσαλα, έτρεξε προς τη δεύτερη βάση. Μέχρι όμως να φτάσει ο Shay στη δεύτερη βάση, ο δεξιός αντίπαλος είχε ήδη πιάσει την μπάλα.
Ήταν ο μικρότερος της αντίπαλης ομάδας, και είχε πλέον όλη την ευκαιρία, να γίνει ο ήρωας της ομάδας του.
Θα μπορούσε να πετάξει την μπάλα στον συμπαίκτη της δεύτερης βάσης, όπου θα έβγαζε έξω τον Shay, μα κατάλαβε τις προθέσεις του συμπαίκτη του που έριχνε τις βολές, και την έριξε ψηλά, πρός τον συμπαίκτη της τρίτης βάσης.

Ο Shay έτρεξε πρός την τρίτη βάση σαν ξετρελαμένος, καθώς οι παίκτες της ομάδας του
έτρεξαν κι εκείνοι προς τη βάση.
Όλοι φωνάζαμε, "Shay, Shay, Shay!!!"

Ο Shay έφτασε στην τρίτη βάση, αλά με την κρυφή βοήθεια του αντίπαλου παίχτη της τρίτης βάσης, ο οποίος σταμάτησε να τρέχει να προλάβει την μπάλα, για να δείξει στον Shay την σωστή κατεύθυνση, το πού ήταν η τρίτη βάση, λέγοντάς του "απο δώ, απο δώ Shay.."
Καθώς ο Shay πέρασε απο την τρίτη, τα αγόρια και των δύο ομάδων και οι θεατές στις εξέδρες, ξεσηκώθηκαν φωνάζοντας "Shay, τρέξε στη βάση ένα τώρα, τρέξε στη βάση ένα.."
Ο Shay έφτασε στη βάση, πάτησε στον βατήρα, κερδίζοντας το παιχνίδι, και όλοι τον ζητωκραύγασαν σαν τον ήρωα, που βοήθησε να νικήσει η ομάδα.

Εκείνη την ημέρα, συνέχισε με δάκρυα ο πατέρας, τα αγόρια και απο τις δύο ομάδες, και ο κόσμος στις εξέδρες, βοήθησαν να φέρουν ένα κομμάτι αληθινής αγάπης και ανθρωπιάς σ' αυτόν τον κόσμο, να δώσουν χαρά σε μια ψυχούλα, που τόσο την λαχταρούσε και που τόσο την είχε ανάγκη.

Ο Shay δεν τα κατάφερε μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, πέθανε εκείνο τον χειμώνα, χωρίς όμως να ξεχάσει ποτέ, πώς ήταν ο "ήρωας" που με έκανε τόσο χαρούμενο εκείνη την ημέρα, και την χαρά που έδωσε στην μητέρα του, και που με δάκρυα αγκάλιασε τον μικρό της ήρωα σαν πήγαμε σπίτι.


Υπάρχουν χιλιάδες ανέκδοτα που στέλνονται δια μέσου internet, χωρίς δεύτερη σκέψη.
Μα όταν πρόκειται για ιστορίες που έχουν να κάνουν με επιλογές ζωής, οι άνθρωποι διστάζουν.
Το ακατέργαστο, το χυδαίο, και συχνά άσεμνο, περνάει ελεύθερα μέσω του κυβερνοχώρου, αλλά η δημόσια συζήτηση για την ευπρέπεια, πάρα πολύ συχνά καταστέλλεται, ακόμη και στα σχολεία η και τους εργασιακούς χώρους μας.

Όλοι έχουμε χιλιάδες ευκαιρίες στην καθημερινή μας ζωή, να καταλάβουμε την φυσική τάξη των πραγμάτων.
Τόσες πολλές, φαινομενικά τετριμμένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ δύο ανθρώπων, μας δίνουν μια επιλογή:
Περνάμε κατά μήκος ενός μικρού σπινθήρα αγάπης και ανθρωπιάς;
ή παραβλέπουμε κάθε ευκαιρία, αφήνοντας αυτόν τον κόσμο ακόμη πιό κρύο;

Ένας σοφός είπε κάποτε "Κάθε κοινωνία κρίνεται, από το πώς μεταχειρίζεται τους πιο αδύναμους ανάμεσά της."

Να έχεις μια χαρούμενη ημέρα, να έχεις μια "Shay day!"


Και χαμογέλα.. μας παρακολουθούν παιδιά.

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Dear Santa ~ part II ~


Αγαπημένε μου Άγιε-Βασίλη,
Καλησπέρα. Πώς είσαι?? Κρυώνεις φαντάζομαι. Δύσκολος καιρός για να κυκλοφορείς με το έλκηθρο. Σε καταλαβαίνω, δεν είναι θέμα. Η φετινή χρονιά ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα. Έκανα πολλά από αυτά που σου ζήτησα να με βοηθήσεις να κάνω και δεν πήρα και ακόμα περισσότερα από αυτά που σου είχα ζητήσει να μου φέρεις. Το γιατί το έχω εμπεδώσει αλλά δεν θα το συζητήσουμε τώρα. Έχω βγάλει τα συμπεράσματά μου και έχω πάρει τις αποφάσεις μου. Φέτος λοιπόν καλέ μου Άγιε- Βασίλη, δεν θα σου ζητήσω τίποτα. Ναι ναι, καλά διάβασες, τίποτα απολύτως. Όχι γιατί δεν θέλω κάτι, αλλά γιατί πιστεύω πως βρήκα την πηγή του κακού. Και βασικά θέλω να κάνω ένα πείραμα. Έτσι κι αλλιώς δεν έχω τίποτα να χάσω. Και αν αυτό σου φαίνεται απαισιόδοξο, προσωπικά πιστεύω ότι είναι ό,τι πιο αισιόδοξο έχω σκεφτεί ποτέ. Βέβαια, στην περίπτωση που το πείραμά μου αποτύχει, θα πρέπει να βρω κάποιον να ρίξω το φταίξιμο. Αλλά, αν πετύχει, θα πάρεις εσύ τα εύσημα, καθώς είσαι η πηγή έμπνευσής μου. Είμαι σίγουρη ότι θα είναι πολύ πιο ευχάριστο για μένα να περιμένω μέρα με τη μέρα να δώ αν το πείραμά μου πέτυχε, από το να περιμένω να πάρω όλα τα δώρα που σου ζήτησα. Ξέρω πως έχεις πολλά να κάνεις και εμείς ζητάμε πάντα τόσα πολλά. Αυτά. Α! Αν περάσει από εκεί ο καινούριος Χρόνος, πες του πως ούτε από αυτόν θέλω κάτι. Μόνο να έρθει.. Σε αφήνω να τυλίξεις τα δώρα τώρα με την ησυχία σου.. Να ταϊσεις τους ταράνδους και να.. κάνεις σκι?? Ε, δεν ξέρω τι κάνετε εκεί πέρα.. Αλλά σε αφήνω να το κάνεις.. Σ’ αγαπώ πολύ Άγιε-Βασίλη! Σ’αγαπώ μέχρι τον ουρανόοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοο! (την αγαπώ αυτή τη διαφήμιση!)

ΥΓ.: Όχι, δεν είναι κόλπο για να σου πώ του χρόνου πόσο καλό κορίτσι ήμουν την περσινή χρονιά..

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Dear Santa..


Και εκεί που κάθομαι κάτω από το φρεσκοστολισμένο μου δέντρο και σκέφτομαι διάφορα, συμπληρώνοντας στο νοητό μου μπλοκάκι, τί θέλω από τον Άγιο- Βασίλη, από τον καινούριο χρόνο, από το πνεύμα των Χριστουγέννων, από.. από ό,τι άλλο έχουμε επινοήσει τελοσπάντων για να ζητάμε, να ζητάμε, να ζητάμε...., συνειδητοποιώ ότι έχω χάσει τη μπάλα (να θυμηθώ να ζητήσω μία..)και το μέτρημα επίσης.. Κάθε χρόνο λοιπόν τα ίδια.. Μας έμαθαν από μικρά παιδιά, πως τα Χριστούγεννα δίνουμε και παίρνουμε αγάπη.. Αργότερα καταλάβαμε ότι δίνουμε και παίρνουμε και μερικά δώρα, συμβολικά, για να δείξουμε την αγάπη μας.. Και καταλήξαμε να περιμένουμε αυτές τις μέρες για να ζητήσουμε επιτέλους κι εμείς κάτι.. Δεν θέλω να σχολιάσω καθόλου την τετριμμένη πια άποψη, ότι μόνο ζητάμε και δεν δίνουμε τίποτα.. Όχι γιατί το συζητάνε όλοι, ούτε γιατί δεν με απασχολεί.. Απλά δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν είναι λάθος τελικά ή όχι.
Θα προσεγγίσω το θέμα από μία καθαρά εγωιστική πλευρά (σχεδον όσο εγωιστική είναι και η λίστα μου.. ). Κάθε χρόνο λοιπόν έχουμε στο μυαλό μας κάποια πράγματα που θέλουμε να αποκτήσουμε, ή καλύτερα να μας χαριστούν. Δεν αναφέρομαι στα υλικά μόνο. Είναι γενικό το κακό. Το θέμα είναι, ότι, λειτουργώντας όπως ακριβώς ορίζει η φύση μας, χάνουμε το μέτρο (να ζητήσω και ένα τέτοιο..). Και πού είναι το κακό θα μου πείτε.. Και θα έχετε και δίκιο. Εγώ, σου λέει, θέλω να το χάσω το μέτρο φίλος. Δεν το γουστάρω. Τι γίνεται όμως, όταν τελικά αυτά που παίρνεις ( ναι ναι.. αυτά ακριβώς που σκέφτεσαι..αλλά μην σκέφτεσαι έτσι μέρες που είναι.. ) είναι πολύ λιγότερα των προσδοκιών σου?? Ή μάλλον των απαιτήσεών σου? Τι?? Απογοητεύεσαι?? Αποκλείεται. Δεν το πιστεύω. Μα γιατί? Δεν σου έμαθαν πως όσα ζητήσεις από τη ζωή θα σου τα δώσει, αρκεί να τα διεκδικήσεις? Δεν μαθαίνεις τόσα χρόνια, ότι πρέπει να βάζεις στόχους και να μην απογοητεύεσαι από τις αποτυχίες?? Να ζητάς συνέχεια το «κάτι παραπάνω» και να μην βολεύεσαι με όσα έχεις γιατί πάντα υπάρχει κάτι παραπανω?? Βέεεβαια. Και μετά ξύπνησες ένα πρωϊνό Πρωτοχρονιάς, ΠΑΛΙ έτοιμος να ανοίξεις τα δώρα σου. Περιμένεις κάθε μέρα που θα ξημερώνει, να υπάρχει ένα νοητο κουτί, κάτω από το νοητό σου δέντρο, κάτω από το οποίο είχες φτιάξει την νοητή σου λίστα. Ένα κουτί που θα έχει κάθε μέρα ένα καινούριο δώρο για σένα. Τη μία μέρα έναν καινούριο φίλο, την άλλη ένα καινούριο αυτοκίνητο, την άλλη μία καλύτερη δουλειά, έναν έρωτα, ενα ωραίο ταξίδι και πάει λέγοντας..(να θυμηθώ να βάλω και αυτά στη λίστα μου..). Έχεις πειστεί τόσο πολύ πως όλα αυτά θα έρθουν σε σένα από μόνα τους, και αυτό και μόνο σου φτιάχνει την διάθεση. Για λίγο.. Γιατί προφανώς δεν είσαι ήρωας παραμυθιού.. Κι ας ζείς με «παραμύθια».. Και κάθε μέρα που περνάει, όλο και τσαλακώνεις την λίστα σου.. Όλο και σβήνεις κάτι.. Και έτσι φτάνεις παραμονές Χριστουγέννων πάλι, και φτιάχνεις μία καινούρια λίστα, διπλάσια, γιατί είπαμε, να ζητάς πάντα το «κάτι παραπάνω». Παραπάνω από αυτό που ήδη έχεις εννοείται. Σωστά?? Σωστα. Ωραία τα λέω.
Ας κάνουμε κάτι μαζί τώρα. Φτιάξε μία καινούρια λίστα, που να περιέχει όλα αυτά που έχεις. Τι?? Έλα τώρα. Δεν μπορεί να είναι τόσα. Αυτά είναι τα βασικά. Θα έπρεπε να σου αρκούν. Τι? Α ναι.. Είπαμε το κάτι παραπάνω. Και όλα όσα έχεις στη λίστα σου ειναι αυτό το κατι?? Μήπως είναι κάτι παραπάνω από το κάτι παραπανω. Καταλάβατε πού το πάω?? Όχι?? (ναι αλλά δεν με βοηθάτε.. :> ) Σταματήστε να ζητάτε. Τέλος. Τέρμα. Φτάνει. Enough.
Φέτος τα Χριστούγεννα, περάστε όσο πιο καλά μπορείτε, με ό,τι έχετε. Και αφήστε την νέα χρονιά να σας χαρίσει απλόχερα ότι έχει να σας δώσει. Όταν περιμένεις πολλά και δεν έρχονται, απογοητεύεσαι. Και δεν χαίρεσαι ούτε αυτά που σου χαρίζονται. Γιατί τι νόημα έχει να ανοίξουμε το κουτί με το δώρο αν ξέρουμε τι έχει μέσα? Αυτό είναι το μαγικό.. Και μόνο τότε μπορούμε να νιώσουμε πραγματική χαρά. Καμία καινούρια χρονιά, κανένας «Άγιος-Βασίλης» και κανείς μα κανείς, δεν είναι υποχρεωμένοι να μας δώσουν ό,τι ζητήσουμε. Και ξέρετε ποιό είναι το τραγικότερο όλων?? Όλα αυτά δεν είναι καινούρια.. Δεν ανακαλύψαμε την Αμερική σήμερα ξαφνικά.. Τα έχουμε σκεφτεί όλοι κάποια στιγμή, είμαι σίγουρη.. (πιστεύω σε σας κατά βάθος..) Το θέμα είναι ότι μερικές φορές πρέπει κάποιος να μας το υπενθυμίζει.. Το γιατί δεν το ξέρω. Αυτό που ξέρω, είναι πως κάθε χρόνο όλοι μας (εγώ πρώτη και «καλύτερη» ), περιμένουμε ότι τη νέα χρονιά θα γίνει κάτι μαγικό. Δεν το πιστεύουμε στην πραγματικότητα.. Απλά έτσι μας έχουν μάθει να σκεφτόμαστε. Κανείς δε λέει να μην θέλουμε το καλύτερο. Αλλά να το διεκδικούμε, να βάζουμε στόχους. Τίποτα δεν γίνεται δια μαγείας. Κανείς δεν έχει να μας δώσει ένα τέτοιο δώρο.
Η λίστα που θα φτιάξουμε φέτος, ας είναι λίστα στόχων και τα δώρα ας τα αφήσουμε να είναι απλά δώρα. Μπορώ να κάθομαι για ώρες και να αναλύω τα γιατί και τα πώς (δεν θέλω σχόλια..) αλλά δεν θα το κάνω. Στο όνομα της αυτοσυγκράτησης την οποία επικαλούμαι παραπάνω, θα συγκρατηθώ κι εγώ. Απλά θυμηθείτε να μη ζητήσετε τίποτα. Και η ζωή θα σας φέρει από μόνη της.. Πιστέψτε μόνο σε αυτό.. 

Κάπου διάβασα αυτό..
«Ζήσε σαν να πιστεύεις και η πίστη θα σου δοθεί».. 

Συνεχίζεται...